Home.
Απόσπασμα: Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια
share mail icon share facebook icon share twitter icon share google plus icon
< Απόσπασμα: Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια
> Απόσπασμα: Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια
13 ΜΑΙΟΥ 2015

Απόσπασμα: Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια

Μαίρη Κόντζογλου, αδιαμφισβήτητα μία συγγραφέας που εξακολουθεί με κάθε έργο της να μας χαρίζει μεγάλες συγκινήσεις και δυνατές στιγμές. 

Kαι γι’ αυτό το λόγο έχει αποκτήσει ένα πιστό αναγνωστικό κοινό, που μέρα με τη μέρα μεγαλώνει. Κάτι που έγινε περισσότερο από ποτέ εμφανές, με την κυκλοφορία του πιο πρόσφατου βιβλίου της με τίτλο «Τα Παλιά Ασήμια», το πρώτο μέρος μιας συναρπαστικής τριλογίας, αποτέλεσμα ενός μεγάλου έρωτα και στιγμών φορτισμένων με συγκίνηση, θαυμασμό και ένα έντονο συναίσθημα επιστροφής στη γενέθλια γη της Καππαδοκίας.

Η Μαίρη Κόντζογλου μας χαρίζει μια μεγαλειώδη ιστορία για αλησμόνητες πατρίδες και αλησμόνητους έρωτες, μια ιστορία που συνεχίζεται στο δεύτερο μέρος της τριλογίας της, υπό τον τίτλο “Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια“. Με αφορμή, λοιπόν, την κυκλοφορία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο του πολυαναμενόμενου βιβλίου στις 18 Μαΐου, αλλά και την παρουσίαση του βιβλίου της στο Public Συντάγματος στις 27 Μαΐου, η συγγραφέας μας μιλά για την έμπνευση που κρύβεται πίσω από τα έργα της και μοιράζεται αποκλειστικά με το Public Blog απόσπασμα από το νέο, ακυκλοφόρητο βιβλίο της.

 

“Η πηγή της έμπνευσής μου για τη συγγραφή της τριλογίας με τον γενικό τίτλο «Τα Παλιά Ασήμια»  ήταν η ίδια η Καππαδοκία. Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στα άγια χώματά της ήξερα πως θα μου συμβεί κάτι πολύ ωραίο. Στην υπέροχη μοναστηριακή πολιτεία των Παλιών Ασημιών, όλη λαξευμένη στον βράχο όπου βρίσκεται η εικόνα (τοιχογραφία) της Παναγίας που Χαμογελάει, μοναδική στον κόσμο, αποφάσισα πως θα έγραφα ένα βιβλίο που θα είχε για τίτλο το όνομά της: «Τα Παλιά Ασήμια».

Αργότερα, όταν άρχισα να μελετώ την ιστορία της Καππαδοκίας, ήρθαν να με εμπνεύσουν και άλλα πράγματα: ένας θρύλος που υπάρχει για τη Μονή των Παλιών Ασημιών, η ιστορία των λαών που υπήρξαν κατακτητές της και άφησαν όλοι το χρώμα και το άρωμά τους, το θέμα της ανταλλαγής των πληθυσμών που έγινε σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και ξερίζωσε περί τα δύο εκατομμύρια ανθρώπους , χριστιανούς και μουσουλμάνους, η αγάπη κάποιων απογόνων των ανθρώπων που ανταλλάχτηκαν για την πατρίδα των προγόνων τους.

Θα ήταν όμως άδικο να μην αναφερθώ και στο μοναδικό τοπίο της Καππαδοκίας με τους βραχώδεις σχηματισμούς που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά αλλού.”

Μαίρη Κόντζογλου

 

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο “Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια“: 

9786180300697-200-1101363“«Πού είστε;» φώναξε η Σεβαστή ενώ πατούσε με προσοχή στα σκαλιά που είχαν χαραχτεί οχτώ, μπορεί και δέκα αιώ­νες πριν – όπως τους είχε πει η μητέρα της. «Πού είστε;»

Ακούστηκαν γέλια αλλά απάντηση δεν πήρε, προσπάθησε με τα δάχτυλα να απομακρύνει τις δαντέλες από τον λαιμό της, έστω και στιγμιαία, το μέρος εκείνο της καθόταν σαν ζεστό καπέλο στο κεφάλι, βαριά τα πόδια και τα χέρια της, κουρσούμια, και δεν ήταν από τη ζέστη, ούτε από τη λύπη που σε λίγο θα έχανε τον Έλμερ. Η αναπνοή της κοβόταν κάθε τόσο και έπαιρνε με δυσκολία ανάσα, λιγοστό έμοιαζε να είναι το οξυγόνο, ποιος μπορεί να της το αφαιρούσε; Μήπως οι ψυχές των χιλιάδων μοναχών που είχαν ζήσει εδώ; Και ανα­τρίχιασε καθώς από το χαμηλό άνοιγμα έμπαινε σε μια άλλη σπηλιά, αφού, με δυο δρασκελιές, είχε ανέβει ως εκεί. Η λεπτή άμμος που είχε δημιουργηθεί από τους αέρηδες που φυσούσαν στην κοιλάδα, οι ίδιοι που είχαν μετατρέψει τους πανύψηλους βράχους σε παράξενα γλυπτά, εκείνη η ψιλή άμμος, ίδια με την πούντρα της μάνας τους, είχε γεμί­σει τα υποδήματά της μα καθόλου δεν την ένοιαζε που της περόνιαζε τις πατούσες.

Η διάθεσή της άλλαζε κάθε δευτερόλεπτο, ίσως να είχε συντελέσει σ’ αυτό και το ευτυχισμένο γέλιο της Ελισσώς τους. Η Σεβαστή αισθανόταν τώρα πως έπαιρνε μέρος σε ένα πρωτόγνωρο παιχνίδι που γινόταν στη μυστηριώδη κοι­λάδα του Γκιόρεμε –αιώνες πριν είχαν φιλοξενηθεί εδώ η πίστη και ο μοναχισμός, ο θύλακας της Ορθοδοξίας– και την τραβούσε, την έκανε να πάλλεται από εσωτερικές δονήσεις και μετά την άφηνε σαγηνευμένη. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όμως από τη στιγμή που σε εκείνο το παράξε­νο παιχνίδι έπαιρνε μέρος και ο Έλμερ.

Μέσα στη σπηλιά, μετά το εξωτερικό εκτυφλωτικό φως, επικρατούσε σκοτάδι νύχτας αφέγγαρης. Έτσι της φάνηκε στην αρχή και ανατρίχιασε από τη δροσιά που αισθάνθηκε στα ιδρωμένα της μπράτσα. Κοίταξε ψηλά, δέκα, ίσως και περισσότερα μέτρα –δεν ήταν καθόλου σε θέση να προσδιο­ρίσει, ούτε και το προσπάθησε– προς τη μικρή τρύπα, την οπή της θολωτής οροφής και είδε το υποβλητικό φως που περνού­σε από μέσα της σαν κοφτερή ρομφαία και διαχεόταν στη σπηλιά, διαλυμένο σε χιλιάδες φωτεινούς κόκκους.

Από κάπου στα αριστερά ακούστηκε ένα γέλιο που πνίγηκε αμέσως πίσω από μια νεανική παλάμη, η Ελισσώ ήταν· ακόμα και την ανάσα της θα μπορούσε να αναγνωρίσει η Σεβαστή, η αδελφή της, το κοριτσάκι της, το μικρό της κοριτσάκι.

Ύστερα έσυρε το βλέμμα της με θαυμασμό γύρω γύρω καθώς προχωρούσε προς το κέντρο της εκκλησίας και συ­νήθιζε το μισοσκόταδο· η σπηλιά τής αποκάλυπτε τους κρυμ­μένους της θησαυρούς και της έκοβε την ανάσα. Σε μια κό­χη, λίγο πιο πάνω από το ύψος των ματιών της, αντάμωσε το ήρεμο κοίταγμα της Παναγίας που κρατούσε τρυφερά τον Γιο της, και πιο πέρα, σε μια άλλη κόχη, η Σταύρωση, το κεφάλι γερμένο στο στήθος και το αίμα να σταλάζει στο χώμα. Πιο εκεί κάτω από τα σμιχτά φρύδια ενός αγίου, δυο μαύρα μάτια την κοιτούσαν με ένταση και την έκαναν να σκιαχτεί και να οπισθοχωρήσει λίγο.

77059Δυο χέρια ελαφριά σαν την άμμο που σήκωνε έξω το απα­λό αεράκι ακούμπησαν στους ώμους της και δεν ήταν της Ελισσώς, ούτε του Μποδοσάκη. Τα ήξερε καλά, θα μπορού­σε να τα περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια. Άγνωστα αλλά και τόσο οικεία από το πρώτο άγγιγμα, την έστρεψαν απα­λά προς τα δεξιά, ενώ η ανάσα του, παράδοξα δροσερή, χάιδεψε τον ιδρωμένο της λαιμό και την έκανε να ανατρι­χιάσει πάλι.

«Κοίτα το χρώμα…» της είπε χαμηλόφωνα η φωνή που σήμανε πρωτόγνωρο συναγερμό στο κορμί της. «Κοίτα…»

Πλημμύρισαν τα μάτια της από το αγαπημένο χρώμα, το μπλε της θάλασσας – πώς ήταν δυνατό να βρίσκεται εδώ στο μέσον της γης, το περιτριγυρισμένο από βουνά; Πλημμύρι­σαν τα μάτια της, ασφαλώς θα ζούσε ένα όνειρο, μια παραί­σθηση, γαλάζιο, πολύ γαλάζιο, λες και είχε μπει σε σπηλιά θαλασσινή, από εκείνες που δεν γνώριζε πως υπήρχαν.

«Δεν είναι υπέροχα;» ξεφώνισε η Ελισσώ και πετάχτηκε μπροστά της, ξαναμμένη και γελαστή, πρώτη φορά την έβλε­πε έτσι η Σεβαστή.

Καθάρισαν απότομα τα μάτια της και κατάλαβε πως το μπλε της θάλασσας ήταν το ασυνήθιστο φόντο στις αγιο­γραφίες. Απλώνονταν πάνω από τα τόξα των κολόνων που χώριζαν το μεσαίο κλίτος της εκκλησίας από τα υπόλοιπα.

«Είναι!» ψιθύρισε μαγεμένη, οι ώμοι της πετούσαν φλόγες κι ας είχε κατεβάσει ο Έλμερ τα χέρια του από εκεί. «Είναι… είναι τόσο όμορφο…» και δεν ήταν σίγουρη για ποιο πράγ­μα ακριβώς μιλούσε.

Εμφανίστηκε από το πουθενά και ο Πρόδρομος με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού ιππασίας που φορούσε όλο αυτό το καλοκαίρι – ίσως για να έχει έστω μια νοερή επαφή με την Ιππολύτη.

«Πάω έξω, βαρέθηκα!» κλότσησε το χώμα στο δάπεδο. «Αν είναι να δούμε όλες τις εκκλησιές που υπάρχουν στο Γκιόρεμε θα πρέπει να κοιμηθούμε εδώ το βράδυ…»

Τον ακολούθησε η Ελισσώ δυσανασχετώντας, αλλά τον ακολούθησε. Αυτός ήταν ο κύριος και ο Θεός της, ο λατρε­μένος της αδελφός, μακάρι για πάντα αυτός να πήγαινε μπροστά και εκείνη πίσω του κι ας μην ήξερε ούτε τον λόγο ούτε την αφορμή.

«Είδα, τα είδα! Υπάρχουν σκαλιά, κάπου οδηγούνε. Μπο­ρούμε να πάμε λίγο πιο κάτω αν ανάψουμε δυο σπαρματσέ­τα…» και έδειξε το κερί με την αδύναμη φλόγα η μικρή – η μάνα τους ήξερε πως χρειαζόταν λίγο φως στις περισσότερες σπηλιές, είχε φροντίσει να πάρουν μαζί τους.

Ο Πρόδρομος αντιδρώντας σαν τον παλιό Μποδοσάκη δεν της έδωσε σημασία και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, τον ακολούθησε γκρινιάζοντας η Ελισσώ, πειθήνια υπήκοος του κράτους της αδελφικής λατρείας και υποταγής και βγή­κε από τη σπηλιά μαζί του. Κοιτάχτηκαν μέσα στο μισοσκόταδο που ξαφνικά θαρρείς και περίσσεψε για να καλύψει την ντροπή και την αμηχανία που βασάνιζε και τους δυο.

«Είναι… είναι ωραία, ε;» τη ρώτησε ο Έλμερ. «Αυτό το μέρος. Αυτό πρέπει να το μάθει ο κόσμος! Πρέπει όλοι να έρθουν εδώ! Επιστήμονες, αρχαιολόγοι, γεωλόγοι, ερευνητές, φωτογράφοι, σκηνοθέτες, αστρονόμοι, μηχανικοί! Δεν ξέρω ακριβώς ποιοι… Σίγουρα όσοι είπα αλλά και άλλοι τόσοι! Όλοι πρέπει να έρθουν εδώ! Θησαυρός για την ανθρωπό­τητα, να τι είναι εδώ! Σπάνιος τόπος, σπάνιος και μονάκρι­βος! Και τόπος φορτωμένος με μια παράξενη δύναμη… Την αισθάνεσαι αυτή τη δύναμη; Μυστηριώδης, πρωτόγονη, πρωταρχική! Όπως η Θεία Κοινωνία σ’ εσάς τους Ορθόδο­ξους. Και στους Καθολικούς… Όπως η Θεία Κοινωνία, ναι! Εδώ μεταλαμβάνεις τη δύναμη του Θεού. Αλλά και τη δύνα­μη του Ανθρώπου που μετουσιώνεται σε Θεάνθρωπο!»

Δεν καταλάβαινε η Σεβαστή τι της έλεγε ακριβώς ο λα­τρεμένος της. Τα μυαλά της ήταν σκορπισμένα, αδύνατο να συγκεντρωθεί, της έλειπαν και πολλές λέξεις, δεν τα είχε καταλάβει όλα, τα περισσότερα δεν είχε καταλάβει δηλαδή αλλά μπορούσε να μαντέψει από τον τόνο της φωνής του, από το βλέμμα του, που ήταν τόσο απόκοσμο λες και είχε φύγει πέρα από τις σπηλιές, πέρα από την Κοιλάδα, πέρα από την ήπειρο εκείνη, και ταξίδευε στα ουράνια και στους ωκεανούς. Όμως ήταν και λαμπερό το βλέμμα του, λαμπερό και αποφασισμένο. Αν σήκωνε τη σπηλιά στους ώμους του εκείνη τη στιγμή καθόλου παράξενο δεν θα της φαινόταν της Σεβαστής.

Ο Έλμερ έτσι όπως μιλούσε της φάνταζε ικανός για τα πάντα.

Δεν του απάντησε. Τι έπρεπε να απαντήσει; Έπρεπε να απαντήσει; Στους ώμους της, εκεί που την είχαν αγγίξει τα χέρια του, είχαν φυτρώσει δυο πύρινες φτερούγες που έκα­ναν έναν παράξενο ήχο καθώς άνοιγαν. Σε λίγο θα μπορού­σε να πετάξει ψηλά ως τον θόλο της εκκλησίας, εκεί που ήξερε πως απεικονιζόταν πάντα ο Παντοκράτορας κι ας μην τον έβλεπε τώρα. Το γνώριζε από μικρό κορίτσι αυτό, ο Παντοκράτορας, περιστοιχισμένος από στρατιά αγγέλων, έστεκε ψηλά για να θυμίζει στους πιστούς πως: «Εγώ εποίησα γην και άνθρωπον επ’ αυτής· εγώ διά των χειρών μου εξέτεινα τους ουρανούς και έδωκα διαταγάς εις πάσαν την στρατιάν αυτών». Ίσως αυτή και να ήταν η δύναμη που τη ρωτούσε ο Έλμερ αν την αισθανόταν. Η γνώση της για τον Θεό και η ικανότητά της να «ανέλθει» για να τον φθάσει. Ναι, την ένιωθε λοιπόν, ήταν κι εκείνη δυνατή, μόλις είχε μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων της Φύσης της Πατρί­δας της.

«Σεβαστή…» κάπως θαμπή, όπως το φως που έμπαινε από τον φεγγίτη, η φωνή του τη συνέφερε· την έβγαλε από τις σκέψεις για την υπέρτατη δύναμη που κατείχε. Εν όψει αυτού που από ένστικτο εκατομμυρίων χρόνων ήξερε πως θα συμβεί, η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει και άκουσε το αίμα της να κυλάει με κρότο στις φλέβες. Στο δικό της πέτρινο ποτάμι. «Σεβαστή… Το ξέρω πως ίσως δεν είναι… Τι θα έλεγε ο Ξένιος Ζευς; Δεν είναι ίσως σωστό… Αλλά με τη δύναμη που μου δίνει το μέρος αυτό…» και χτύπησε τα πόδια στο έδαφος «… με τη δύναμη που παίρνω από αυτή εδώ τη γη… Σεβαστή θέλω να ξέρεις πως σ’ αγαπώ, πως πάντα θα σ’ αγαπώ και πως είμαι έτοιμος να σε πάρω μακριά για να είμαστε μαζί».

Άκουσε το φτερούγισμα το κορίτσι και φοβήθηκε μήπως πετούσε και έφευγε, μήπως ήδη είχε φύγει. Μήπως έβγαινε κιόλας από τη σπηλιά και χανόταν στον ατέλειωτο ουρανό. Φοβήθηκε πως, φεύγοντας ο Έλμερ, μπορεί εκείνη να έχανε για πάντα το ζεστό του χέρι που άγγιζε το δικό της, το παγω­μένο και τρεμάμενο χεράκι της, που χάιδευε πρώτα το νύχι του μεσαίου της δάχτυλου, ύστερα το διπλανό, τον δείκτη στο σημείο μετά την πρώτη κλείδωση, μετά εκείνο το κομμάτι απαλής και λείας σάρκας ανάμεσα στον δείκτη και τον αντί­χειρα. Φοβήθηκε μήπως έχανε την ευτυχία του αγγίγματος η Σεβαστή και παρέμεινε κάτω στη γη, μέσα στη σπηλιά του βράχου, χάνοντας για πάντα την ευκαιρία να γίνει άγγελος.

«Τώρα θα φύγω, δεν γίνεται αλλιώς…» της ψιθύρισε. «Όμως να ξέρεις, Σεβαστή, πως θα ξαναγυρίσω, να με πε­ριμένεις. Δύσκολα χρόνια έρχονται, όλοι το λένε, αλλά εγώ θα είμαι δίπλα σου, κανείς και τίποτα δεν θα μας χωρίσει, αν κι εσύ μ’ αγαπάς…»

Βούλιαξαν τα μάτια του στα δικά της καθώς ερχόταν πιο κοντά, η αναπνοή του σεργιάνισε πάνω στο μάγουλό της, απ’ έξω η Ελισσώ τσίριζε καθώς κατέβαινε ένα απότομο μονοπάτι και με τις φωνές της ξεσήκωνε τα περιστέρια που κούρνιαζαν στις εσοχές των βράχων, τα ξεσήκωνε και φτε­ρούγιζαν αναστατωμένα, πού είχε πάει η γαλήνη τους;

Κούνησε το κεφάλι της, δεν ήταν σε θέση να εκφέρει λόγο, με καρδιά σταματημένη και το αίμα ένα σωρό πέτρες πώς να άρθρωνε έστω και μία λέξη; Κούνησε το κεφάλι, «ναι» χάραξαν τα χείλη της πάνω στον μπλε αέρα, που έπαιρνε το χρώμα του από το φόντο των εικόνων. Ένα «ναι» πανίσχυρο, παντοδύναμο και καθ’ όλα ιερό, όπως οι άγιοι που απεικο­νίζονταν σε εκείνη τη «θαλασσινή σπηλιά» στο κέντρο του Οροπεδίου της Καππαδοκίας, που καμία μνήμη από θάλασ­σες δεν είχε.

«Θα έρθω!» μίλησε πιο αποφασιστικά τώρα ο Έλμερ. «Θα ξαναγυρίσω. Του χρόνου θα έρθω. Φοβάμαι πως δεν γίνεται πιο γρήγορα. Θα ζητήσω να παντρευτούμε, αν μου αρνη­θούνε, θα σε κλέψω. Θα φύγουμε μαζί, θα είμαστε μαζί. Δεν ξέρω τι θα κάνουμε, όμως μέχρι τότε θα τα έχω σκεφθεί όλα, θα τα έχω οργανώσει όλα. Τώρα δεν ξέρω και τίποτα παρα­πάνω δεν μπορώ να σου πω, μόνο πως σ’ αγαπώ ξέρω. Πως για πάντα θα είσαι η αγάπη για μένα. Περίμενέ με, αγάπη μου, σε παρακαλώ, περίμενέ με…»

Τα λεπτά, νευρικά δάχτυλά του που τόση ώρα θώπευαν μια μικρή γωνία του χεριού της τώρα κάλυψαν ολόκληρη την παλάμη της, την αγκάλιασαν και την κράτησαν σφιχτά δη­μιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στα δυο τους κορμιά που στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο. Μια γέφυρα που έμεινε έτσι αιωρούμενη για λίγα δευτερόλεπτα, ούτε στο μετάξι της Σεβαστής ακούμπησε αλλά ούτε και στο ριγωτό ντρίλινο γιλέκο του Έλμερ.

«Σεβαστή, σ’ αγαπώ περισσότερο… περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να αγαπήσει ο άνθρωπος ποτέ».

Πάλι ακούστηκαν φτερουγίσματα και τώρα ήταν από πολλές, πάμπολλες, αμέτρητες και ολόλευκες φτερούγες. Όχι δεν ήταν τα περιστέρια της κοιλάδας, ούτε εκείνα που είχε σπείρει η μάνα της στο όνειρό της παλιά. Δεν ήταν καν φτερούγισμα περιστεριών. Η Σεβαστή είδε αγγέλους να βγαίνουν από τα χέρια του Παντοκράτορα, να βγαίνουν και να ενώνονται με τους αγγέλους που ξεφύτρωναν από την αγκαλιά της Παναγίας. Τους είδε να χορεύουν ανάμεσα στις κολόνες της εκκλησίας, να ανεβοκατεβαίνουν αόρατες σκά­λες, να βουλιάζουν σε ανύπαρκτα σύννεφα, να ηχούν μελω­δικές άηχες σάλπιγγες.

Την τρέλαινε το φτεροκόπημα των χερουβείμ αλλά και εκείνο της καρδιάς της, της έφερνε ζάλη και μεθύσι πρωτό­γνωρο, ήθελε να βάλει τα κλάματα· ήθελε και να αρχίσει να χορεύει· ήθελε να τρέξει και να φύγει από το στενό άνοιγμα, την οπή, που παράσταινε τη θύρα, να φύγει και να βγει στο φως του ήλιου που ράντιζε με ζέστη εκείνη την ώρα την κοιλάδα· ήθελε και να μείνει για πάντα στο λυτρωτικό μισο­σκόταδο, να ριζώσει στο χωμάτινο δάπεδο της εκκλησίας.

Ύστερα όλα χάθηκαν από μπροστά της –θύρα, φεγγίτης, οπή– λες και κάποιος, ένα υπέρτατο ον ας πούμε, χαμήλω­σε το φιτίλι στη λάμπα του ήλιου και ο κόσμος νύχτωσε. Τυφλή, θεότυφλη η Σεβαστή, μόνο τα χέρια του ήταν σε θέση να δει –κι έφεγγαν σαν τα φωτοστέφανα των αγίων!–, τα χέρια του τα ανοιγμένα σε κάλεσμα αγάπης, μια αγκαλιά μόνο ήταν σε θέση να δει, τίποτα άλλο.

Ένας φόβος την κατέλαβε στιγμιαία, αν είχε τυφλωθεί ίσως δεν θα έβλεπε ξανά τα γαλάζια του μάτια, τα φορτω­μένα έρωτα… ίσως… Δεν την πείραζε καθόλου όμως, αμέ­σως το αποφάσισε αυτό. Αρκεί που μπορούσε να δει τα χέρια του ανοιχτά, κάλεσμα αγάπης αξεπέραστο, προορισμός ανήκουστης ευτυχίας όπως της έλεγε μια φωνή μέσα της, μια φωνή που πρώτη φορά έπαιρνε τον λόγο και ήταν η Γυναίκα που Γεννιόταν. Πόνος οξύς διαπέρασε το σώμα της και κόντεψε να τη ρίξει κάτω – έτσι πονάς όταν περνάς από τη μια ηλικία στην άλλη απότομα. Τι είχε πει ο Έλμερ; Πώς θα την έκλεβε και θα έφευγαν μακριά… Ζαλίστηκε, λύγισαν τα γόνατά της, μικρό κορίτσι και μικρή γυναίκα, δεν είχε ακόμη πατήσει με σιγουριά τα σκαλιά της ενηλικίωσης, ού­τε τα σκαλιά του έρωτα είχε πατήσει άλλη φορά.

Είδε όμως και πάλι τα ανοιχτά του χέρια, το κάλεσμα στην ευτυχία, το βοτάνι για τον πόνο που την έκοβε στα δύο, το γιατρικό που προέρχεται από την προαιώνια διάγνωση – άλλοι τη λένε «ένστικτο», άλλοι «προφητεία» και άλλοι, απλώς, «έρωτα». Εισχώρησε στην αγκαλιά του λες και από πάντα ήξερε τον δρόμο, τη Θεία Οδό.

Η άμμος σταμάτησε να κυλάει στις κλεψύδρες όλου του κόσμου, σίγησαν οι αέρηδες και έπαψαν τα κύματα της θά­λασσας που βρίσκονταν αιώνες μακριά καθώς τα χείλη του Έλμερ άγγιξαν απαλά τα χλωμά χείλη του κοριτσιού. Γαλη­νεμένα τα χερουβείμ έπαψαν να φτεροκοπάνε απελπισμένα και κούρνιασαν –όπως κούρνιασε στην αγκαλιά του και εκεί­νη– ανάμεσα στις κολόνες της παλιάς, της παμπάλαιας εκ­κλησιάς που με επιμονή και λατρεία είχαν σμιλέψει ανθρώ­πινα, ευσεβή χέρια, σαν να την ετοίμαζαν για να γίνει η φάτνη που μέσα της θα γεννιόταν μια μεγάλη αγάπη.

Ησυχία βασίλεψε παντού, ησυχία, ακινησία. Μόνο ένα μικρό αγγελάκι συνέχισε να πετάει αθόρυβα πάνω από τα κεφάλια της Σεβαστής και του Έλμερ που αντάλλασσαν το πρώτο τους φιλί, σφραγίδα σε παντοτινούς όρκους αγάπης. Πετούσε το αγγελάκι ανάλαφρο, είχε απαλλαγεί από τα χρυσά βέλη, τα αμέτρητα βέλη που κουβαλούσε στη φαρέτρα του. Μόλις τα είχε εξαπολύσει όλα ενάντια στους δυο νέους, που για πάντα θα αιμορραγούσαν από την αγάπη αυτή.

Το αγγελάκι εκείνο δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού. Βρισκόταν στην υπηρεσία των ανθρώπων και ήταν ο Έρωτας.”

 

 

 

 

 

music news banner
ΑΘΗΝΑ
33°
Weather from OpenWeatherMap

Σχετικές αναρτήσεις

    Copyright © 2017 Publicworld S.A.
    Public Blog