Home.
“Ο Δρόμος της Πνευματικότητας”: Διαβάστε πρώτοι κείμενο από το ακυκλοφόρητο βιβλίο του Jorge Bucay!
share mail icon share facebook icon share twitter icon share google plus icon
< “Ο Δρόμος της Πνευματικότητας”: Διαβάστε πρώτοι κείμενο από το ακυκλοφόρητο βιβλίο του Jorge Bucay!
> “Ο Δρόμος της Πνευματικότητας”: Διαβάστε πρώτοι κείμενο από το ακυκλοφόρητο βιβλίο του Jorge Bucay!
02 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

“Ο Δρόμος της Πνευματικότητας”: Διαβάστε πρώτοι κείμενο από το ακυκλοφόρητο βιβλίο του Jorge Bucay!

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ, όταν ανοίγουµε τα µάτια, περνάµε αυτό το κατώφλι που µας ξαναφέρνει στον κόσµο της καθηµερινής µας ζωής. Επιστρέφουµε από το µαγικό σύµπαν (το ακατανόητο πολλές φορές) των ονείρων, στον όχι λιγότερο µαγικό (συχνά δε, παραπάνω κι από ακατανόητο) κόσµο της απτής πραγµατικότητας. Είµαι βέβαιος ότι όλοι συµφωνούµε πως αυτή η εµπειρία —αν τη δούµε έτσι— είναι εκπληκτική, και το καθηµερινό µας πήγαιν’-έλα απολύτως φανταστικό! Οι περισσότεροι, όµως, δεν εκτιµούµε δεόντως αυτό το «θαύµα» που αποτελεί κάθε µας ξύπνηµα.
Η εµπειρία αυτή είναι τόσο σηµαντική, ώστε οι πιο αξιόλογες σχολές φιλοσοφίας —και κάθε άνθρωπος που επηρέασε µε τα λόγια του την εποχή του—, δηµιούργησαν και κληροδότησαν σε όλους µας µια έννοια ευρύτερη, µεταφορική, της λέξης ξύπνηµα: µια σηµασία που δεν έχει τόσο να κάνει µε το πέρασµα από τον ύπνο στον ξύπνιο, όσο µε τη συγκλονιστική εµπειρία της φώτισης και την απλή είσοδο στον πνευµατικό δρόµο.

gurdjieffΈνας από τους πιο µαχητικούς πνευµατικούς ταγούς, ο Γκουρτζίεφ, δίδασκε ότι ο άνθρωπος, µηχανοποιηµένος από τη ρουτίνα του καθηµερινού του αγώνα για επιβίωση, δεν κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το να ζει σαν υπνοβάτης, αργά ή γρήγορα, όµως, θα βρεθεί αντιµέτωπος µε την ίδια του την αφύπνιση.
Ο ελληνοαρµένιος Γεώργιος Ιβάνοβιτς Γεωργιάδης, —όπως ήταν το όνοµα του Γκουρτζίεφ—, γεννήθηκε στο τότε ρωσικό έδαφος, στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, και ταξίδεψε όλη του τη ζωή στην Ινδία, την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Μέση Ανατολή, αναζητώντας συγκεκριµένες απαντήσεις στα αιώνια ερωτήµατα. Η βιογραφία του, αρκετά ασυνήθιστη, µοιάζει µε απαρίθµηση εµπειριών και άθλων, που περιγράφουν και επιβεβαιώνουν την τόλµη και το προκλητικό του πνεύµα (γι’ άλλους µοναδικό και γι’ άλλους τρελό). Προς το τέλος της θυελλώδους ύπαρξής του, εγκατεστηµένος στη Γαλλία —όπου πέθανε το 1949, συµπτωµατικά, µία µέρα πριν γεννηθώ— έγραψε κάποιες από τις πιο βαρυσήµαντες ιδέες του.
Η πιο προκλητική ιδέα του, κατά τη γνώµη µου, βρίσκεται σ’ ένα κείµενο που λέει ότι για να ζήσεις στ’ αλήθεια θα πρέπει πρώτα να αφυπνιστείς, αλλά δεν θα αφυπνιστείς αν δεν περάσεις πρώτα µέσα από µερικούς θανάτους κι άλλες τόσες «αναγεννήσεις».

Με βάση αυτήν την ιδέα, πιστεύω ότι οι «αφυπνίσεις» αυτές δεν αποτελούν αποκλειστική κληρονοµιά κάποιων επίλεκτων, προικισµένων ή εκλεκτών ανθρώπων. Μικρές ή µεγάλες, οι αφυπνίσεις αποτελούν µέρος της ζωής όλων µας. Άλλοτε είναι εκπληκτικές και µας µεταµορφώνουν, ενώ άλλοτε µοιάζουν µε µικροσυµβάντα χωρίς ιδιαίτερη σηµασία, εντούτοις, το άθροισµά τους συνθέτει τον δικό µας δρόµο ανάπτυξης και την ουσιαστική βάση της εξέλιξής µας.

Επιτρέψτε µου να θυµίσω εδώ τον µύθο της φώτισης του Βούδα, που σίγουρα κάπου θα τον έχετε ξανακούσει:

Ο µύθος λέει ότι ο Σιντάρτα Γκαουτάµα µεταµορφώθηκε σε Βούδα αφού διαλογίστηκε µια ολόκληρη νύχτα κάτω από µια συκιά, τον Μάιο του 542 π.Χ. Λέγεται πως εκείνη την ηµέρα, αφού παραιτήθηκε από τις ανέσεις και την εξουσία που είχε κληρονοµήσει ως πρίγκιπας, αφού αναζήτησε ως ζητιάνος τη λύση για τη δυστυχία του λαού του, αφού βασάνισε το κορµί του µε χίλιους τρόπους και νήστεψε επί σαράντα µέρες, είδε ένα τεράστιο, πανέµορφο δέντρο, που το περιέβαλλε πηχτή σκιά και απόλυτη ησυχία. Για κάποιο λόγο αισθάνθηκε ότι αυτό ήταν «το µέρος» και, πιστός στη διαίσθησή του, κάθισε κάτω από το δέντρο κι ετοιµάστηκε να διαλογιστεί υπό το φως του ολόγιοµου φεγγαριού.
Το ξηµέρωµα, εκείνο το µαγιάτικο πρωινό, ο Σιντάρτα ξύπνησε αλλαγµένος σε Βούδα. Σύµφωνα µε την παράδοση, µε τη φώτισή του ξεπέρασε όλους τους ανθρώπινους περιορισµούς και πέρασε απ’ όλους τους δυϊσµούς: τη ζωή και τον θάνατο, τον χώρο και τον χρόνο, το εγώ και το εσύ.
Το δέντρο της φώτισης, το Μάα Μπόντι (ή ίσως ένας «απόγονός» του), υπάρχει ακόµη και είναι το γηραιότερο δέντρο της καταγεγραµµένης ιστορίας, αφού από τότε που το φύτεψαν, το φυλάνε πάντα και το προσέχουν. Στις µέρες µας, το δέντρο αυτό είναι περιφραγµένο και περιβάλλεται από ναούς όπου έρχονται οι προσκυνητές για να προσευχηθούν και να διαλογιστούν. Στολισµένο µε γιρλάντες λουλουδιών, το Μπόντι λατρεύεται και γιορτάζεται από τους επισκέπτες γι’ αυτό που είναι: ένα ζωντανό µνηµείο της ικανότητας των ανθρώπων ν’ αφυπνίζονται.

Πρέπει να διευκρινίσουµε ότι δεν είναι όλες οι αφυπνίσεις τόσο υπερβατικές όσο εκείνη του Βούδα, ωστόσο, επιµένω: καθένας από εµάς έχει ζήσει τις δικές του αφυπνίσεις, κι όσο ζει θα γνωρίζει κι άλλες. Για να πάρουµε ό,τι έχουν να µας προσφέρουν, θα πρέπει να µάθουµε να τις αναγνωρίζουµε και να επωφελούµαστε απ’ αυτές.
Η πρώτη συµβουλή που δίνουν όλοι σχεδόν οι δάσκαλοι, είναι να βρισκόµαστε πάντα σε εγρήγορση για να µη µας διαφύγει η στιγµή κατά την οποία συντελείται µια νέα αφύπνιση — χωρίς αυτό να αποτελεί και αναγκαία προϋπόθεση. Γεγονός είναι ότι το ερέθισµα, όταν µας χτυπήσει την πόρτα, µπορεί να µας αφυπνίσει και να µας συγκλονίσει ακόµη κι αν είµαστε εντελώς απροετοίµαστοι.

Η πρώτη µου συνάντηση µ’ έναν σοφό άνθρωπο:

Απέχοντας παρασάγγας από τους µεγάλους δασκάλους, επιτρέψτε µου να µοιραστώ µαζί σας µία από τις πιο βαθιές και σηµαίνουσες αναµνήσεις µου.

pneumatikotitaΘα ήµουν δέκα ή έντεκα χρόνων, κι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε για µένα τίποτα πιο ευχάριστο από µια βόλτα µε τη θεία Τζούλι, που ήταν η αγαπηµένη µου θεία κι ας µην ανήκε πραγµατικά στην οικογένεια. Η θεία Τζούλι και η µητέρα µου ήταν πολύ στενές φίλες από την εποχή του σχολείου και, όπως αργότερα κατάλαβα, ο αδελφός µου κι εγώ κατείχαµε στην καρδιά της τη θέση των παιδιών που δεν µπόρεσε ποτέ της ν’ αποκτήσει.
Μοιραζόταν µαζί µας εκείνα τα πράγµατα που της φαίνονταν για τον καθένα πιο κατάλληλα. Δικαίως ή αδίκως, µε τον Φέλιξ πήγαινε στο γήπεδο, στο σινεµά και να πετάξουν χαρταετό. Μ’ εµένα πήγαινε στο θέατρο, ν’ ακούσουµε µουσική και να πάρουµε το τσάι µας στο Ρίτσµοντ (ένα από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία, βρετανικού στιλ, ακριβώς στο κέντρο της πόλης).

«Θ’ αφήσεις τον Χόρχε να µε συνοδεύσει σε µια διάλεξη την Παρασκευή;» ρωτάει η θεία Τζούλι µια Κυριακή µεσηµέρι, την ώρα του φαγητού.
«Διάλεξη;» ρωτάει η µαµά µου. «Τίνος;»
«Έρχεται ο Κρισναµούρτι στο Μπουένος Άιρες» λέει η θεία συγκινηµένη.
«Και ποιος είναι αυτός;» ρωτάω εγώ.
«Είναι ένας δάσκαλος της ψυχής», λέει η Τζούλι, «ένας σοφός που γεννήθηκε στην Ινδία και γυρίζει τον κόσµο διδάσκοντας καταπληκτικά πράγµατα.»
«Δε βρίσκεις ότι ο Χόρχε είναι λίγο µικρός για να πάει σ’ αυτή τη διάλεξη;» παρατηρεί η µητέρα µου.
«Μπορεί, αλλά δε νοµίζω ότι ο Κρισναµούρτι θα ξανάρθει ποτέ στο Μπουένος Άιρες» απαντά η θεία, προφητικά. «Ίσως να είναι η µοναδική ευκαιρία που θα έχει στη ζωή του για να τον δει.»
«Εντάξει» λέει η µαµά µου, «αν θέλει, ας έρθει.»

Εγώ, δεν υπήρχε καµία περίπτωση ν’ αρνηθώ µια έξοδο µε τη θεία Τζούλι, οπότε την αµέσως επόµενη Παρασκευή κατευθυνόµαστε οι δυο µας προς την αίθουσα εκδηλώσεων µιας µεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας, στην πλατεία Μάγιο, για ν’ ακούσουµε τον παράξενο επισκέπτη.
Η περίσταση θα ήταν συνταρακτική για τον οποιονδήποτε, πόσο µάλλον για µένα.
Αυτή θα ήταν η τρίτη και τελευταία του διάλεξη, κι ο κοντούλης ανθρωπάκος µε τη γλυκιά φωνή, την εύθραυστη εµφάνιση και το αγγελικό πρόσωπο, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει πάνω από τριακόσια άτοµα για να τον ακούσουν να µιλάει για την Ινδία, τον δυτικό κόσµο και την πνευµατικότητα.
Αν και µου διέφευγαν πολλά απ’ όσα έλεγε, δεν ανησυχούσα γιατί ήξερα ότι θα τα συζητούσα µετά µε τη θεία κι εκείνη θα µου έλυνε όλες µου τις απορίες.
Αφού µίλησε σχεδόν µία ώρα, ο Κρισναµούρτι είπε ότι είχε φτάσει η στιγµή των ερωτήσεων.
«Χθες» λέει αµέσως, «µε ρώτησε κάποιος µετά τη συζήτησή µας πώς θα όριζα τη ζωή. Είναι εδώ αυτός ο κύριος;»
«Ναι, δάσκαλε» ακούγεται κάποιος από το βάθος της αίθουσας.
«Δεν είµαι εγώ ο δάσκαλός σου» απαντάει ο Κρισναµούρτι. «Ο δάσκαλός σου είναι µέσα σου… Χθες, σου ζήτησα να µου φέρεις δύο ρεβίθια, δύο φακές ή δύο φασόλια, για να µπορέσω ν’ απαντήσω σήµερα στην ερώτησή σου. Τα έφερες
«Βέβαια, εδώ τα έχω» λέει ο άνδρας.
Ένας κύριος γύρω στα σαράντα προχωράει µέσα απ’ το πλήθος και δίνει στον Κρισναµούρτι δύο άσπρα φασόλια, τα οποία ο οµιλητής παίρνει και κλείνει σφιχτά από ένα σε κάθε γροθιά.
«Την απάντηση θα την αφήσω για το τέλος» προσθέτει.
Την επόµενη µισή ώρα, ο Τζίντου Κρισναµούρτι απαντάει σε ερωτήσεις κάθε είδους για όλα τα θέµατα. Θυµάµαι ότι το παιχνίδι του —αν επρόκειτο για παιχνίδι— σχετικά µε την απάντηση που καθυστερούσε να δώσει, είχε καταφέρει να µε κρατήσει σε εγρήγορση.

Έρχεται η ώρα του αποχαιρετισµού, και ο Κρισναµούρτι κατεβάζει το κεφάλι και µιλώντας πολύ αργά, λέει:

«Με ρωτάνε τι είναι για µένα η ζωή… Νοµίζω ότι αυτό δεν µπορώ να το εξηγήσω µόνο µε λόγια, γιατί τη ζωή την αισθάνεσαι, τη βλέπεις, τη ζεις… Δεν µπορώ να δώσω έναν ορισµό, µπορώ όµως, ίσως, να δώσω ένα παράδειγµα.»

Μετά από µικρή παύση, ο Κρισναµούρτι συνεχίζει:

«Η ζωή είναι η διαφορά που υπάρχει ανάµεσα σ’ αυτό…» λέει και δείχνει το φασόλι που κλείνει στο αριστερό του χέρι, «κι αυτό» καταλήγει, δείχνοντας το άλλο φασόλι, που ακόµα κρατάει στη δεξιά του γροθιά.

Ένα επιφώνηµα έκπληξης πληµµυρίζει, χωρίς υπερβολή, την αίθουσα.
Ένα πράσινο βλασταράκι φαίνεται να ξεπροβάλει από το φασόλι που βρίσκεται µέσα στην παλάµη του δεξιού του χεριού, εκτεθειµένο σε κοινή θέα.
Σε λιγότερο από µία ώρα, µε την υγρασία και τη ζεστασιά του χεριού του, το ένα από τα δύο φασόλια —και µόνο το ένα!— είχε βλαστήσει.

Μετά, πολύ µετά, θα άρχιζαν για µένα οι ερωτήσεις.
Τι ήταν αυτό που είχε γίνει;
Πώς το είχε κάνει;
Κι ακόµη αργότερα, οι προσπάθειές µου να εξηγήσω το συµβάν, αναπόφευκτα θα δηµιουργούσαν περισσότερες ερωτήσεις: πώς είχε καταφέρει ένας άνθρωπος να χρησιµοποιήσει την υγρασία, τη θερµότητα και την ενέργεια της κλειστής του παλάµης για να κάνει να βλαστήσει ένα φασόλι σε τόσο λίγη ώρα;
Και πώς το είχε κάνει µόνο στο ένα χέρι;
Όλα αυτά θα γίνονταν µετά… γιατί εκείνη τη στιγµή, το µόνο που είχε σηµασία για το µικρό παιδί που ήµουν τότε, ήταν η έκπληξη και η ανακάλυψη ενός µηνύµατος που δεν θα ξεχνούσα ποτέ:

Η ζωή είναι επέκταση, είναι ανάπτυξη, είναι άνοιγµα…

Η ζωή είναι χαρά, είναι ένα ξύπνηµα, και είναι ακόµη —γιατί όχι;— κάτι µυστήριο.”

 

Το βιβλίο “Ο Δρόμος της Πνευματικότητας” κυκλοφορεί αρχές Ιουνίου από τις εκδόσεις Opera.

Ο Jorge Bucay, καλεσμένος των εκδόσεων Opera,  θα βρίσκεται στις 18 Ιουνίου στο Public Συντάγματος. Δείτε εδώ λεπτομέρειες για την εκδήλωση.

 

music news banner
ΑΘΗΝΑ
19°
Weather from OpenWeatherMap

Σχετικές αναρτήσεις

    Copyright © 2017 Publicworld S.A.
    Public Blog