Home.
Bryan Ferry: όταν το στυλ συναντά την ουσία
share mail icon share facebook icon share twitter icon share google plus icon
< Bryan Ferry: όταν το στυλ συναντά την ουσία
> Bryan Ferry: όταν το στυλ συναντά την ουσία
14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Bryan Ferry: όταν το στυλ συναντά την ουσία

O Bryan Ferry είναι ένας εθνικός θησαυρός για τους Βρετανούς εδώ και μισό αιώνα: μήπως τώρα με το Brexit να τον δωρίσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να τον τιμάμε όπως του αξίζει; Όπως χθες το βράδυ στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού…

Κάθε φορά που ακούω κάποιο τραγούδι του Bryan Ferry, θυμάμαι τη διαφημιστική καμπάνια των τσιγάρων Silk Cut, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με κοινό στοιχείο ένα αιχμηρό αντικείμενο που έσκιζε, έκοβε ή τρυπούσε ένα ύφασμα από μετάξι, συνήθως χρώματος μωβ ή πορφυρού. Αν η μουσική του Bryan Ferry ήταν υλικό, θα ήταν μεταξένιο. Κι αν η φωνή του έμπαινε σε κάδρο, θα έκανε την τομή. Γλυκά και αισθαντικά…

Bryan Ferry: όταν το στυλ συναντά την ουσία

Το πιο εύκολο είναι να ξεγράψεις τη σημερινή «εκδοχή» του Bryan Ferry ως έναν νάρκισσο τραγουδιστή που εκμεταλλεύεται την greatest hits παλέτα του και περιοδεύει ανά τον κόσμο δίνοντας σε ακροατές, όπως οι περίπου πέντε χιλιάδες που βρέθηκαν χθες στο Ηρώδειο, ακριβώς αυτό που περιμένουν για μία «ασφαλή» συναυλία δίχως εκπλήξεις. Το κάνεις αυτό, και ήσυχος ότι έτσι είναι τα πράγματα, δεν τρέχεις να τον δεις μεσοβδόμαδα και κοιμάσαι σίγουρος ότι δεν έχασες και τίποτα. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που περνούσε από τα μέρη μας. Οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμα τη θρυλική συναυλία των Roxy Music στη Ριζούπολη το 1982, ενώ ήδη έχουν προηγηθεί άλλες τρεις επισκέψεις στον 21ο αιώνα: Λυκαβηττό μόνος του 2000 και 2004 και γήπεδο Καραϊσκάκη με τους επανασυνδεδεμένους Roxy Music το 2006. Στο μεταξύ, έχουν συμβεί αρκετά, με σημαντικότερο ότι ο Bryan Ferry έχει πλέον πατήσει τα 70. Που σημαίνει ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα περιοδεύσει ξανά τόσο εύκολα στο μέλλον. Και με αυτή τη σκέψη, η χθεσινή εμπειρία γίνεται ακόμα πιο μοναδική. Και είναι πια αργά για όποιον δεν πρόλαβε ή δεν έχει ήδη φροντίσει να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για την αυριανή συναυλία στο Θέατρο Δάσους της συμπρωτεύουσας.

Τι μας απέδειξε χθες ο Bryan Ferry; Τίποτα, γιατί κατ’ αρχάς δεν τον ενδιαφέρει να αποδείξει πλέον κάτι. Ό,τι τον ενδιέφερε, στη ζωή και την καριέρα του, το έχει καταφέρει. Απλά μας θύμισε μερικά πράγματα. Κατά σειρά:

• Χωρίς αυτόν, η μουσική σκηνή δεν θα ήταν όπως την μάθαμε τα τελευταία 40 χρόνια: από τους Simple Minds μέχρι τους Depeche Mode, από τους Tuxedomoon μέχρι τον Marc Almond, από τους Chic ως τους Duran Duran, από τους Japan ως τους Pulp και από τους Ultravox ως τους Blue Nile, η επιρροή τόσο των Roxy Music συλλογικά όσο και του ιδίου προσωπικά είναι καταλυτική. Αν ο David Bowie ήταν η απόλυτη καλλιτεχνική περσόνα που επιβίωσε από τη δεκαετία του ’70 και πέρασε στη σφαίρα του διαχρονικού, όταν ανακάλυψε την αμερικανική μουσική, ο Bryan Ferry  ήταν εκείνος που αγκάλιασε όσο κανείς άλλος την ευρωπαϊκή κουλτούρα, τόσο αισθητικά, όσο και ερμηνευτικά.

• Δεν υπάρχει κανένας άλλος 72χρονος στον κόσμο που να μπορεί να τραγουδήσει τους στίχους του «Love Is The Drug» (ειδικά το σημείο που λέει «I say go, she says yes / Dim the lights you can guess the rest») και να μην ακούγεται γελοίος.

• Για να βρεις μία θέση στην μπάντα του Bryan Ferry πρέπει να είσαι μουσικός ΑΑΑ κλάσης – ποιον να πρωτοθυμηθούμε: τη σαγηνευτική Marina Moore στο βιολί; Την πληθωρική Jorja Chalmers στο σαξόφωνο; τον αλάνθαστο μαέστρο Christian Gulino στα πλήκτρα και τα εφέ; Τον στιβαρό μπασίστα Jerry Meehan; Τον ογκόλιθο Luke Bullen στα τύμπανα; Ή μήπως τον θρυλικό κιθαρίστα Chris Spedding, που ενώ έγινε δεκτός με επιφύλαξη από το κοινό («ποιος είναι αυτός ο γέρος;» ακούστηκε από πολλές πλευρές μόλις η μπάντα ανέβηκε στη σκηνή), κέρδισε και τους πιο δύσπιστους; Αδύνατον να ξεχωρίσεις κάποιον!

• Ναι, η φωνή του δεν έχει την ένταση και τη σταθερότητα του παρελθόντος. Γι’ αυτό πολύ έξυπνα έχει δύο τραγουδίστριες στα δεύτερα φωνητικά, που καλύπτουν υποδειγματικά κάθε κενό που τεχνικά θα μπορούσε να εντοπίσει κάποιος. Η χροιά όμως, αυτή η μοναδική χροιά που έχει αναγκάσει Βρετανούς κριτικούς να προτείνουν «να τον κρατήσουμε για πάντα ως έκθεμα στην Tate Gallery», παραμένει μοναδικά γοητευτική.

• Είναι τόσο πληθωρική η παρουσία του, που έχει αναγκάσει τους κριτικούς να χρησιμοποιούν αδόκιμους όρους όπως «art rock» ή «noir pop» για να περιγράψουν την Τέχνη του. Και εκεί που οι προσδιορισμοί αρχίζουν και γίνονται αντιληπτοί, εκείνος φτιάχνει μία jazz big band και παίζει μουσική με προπολεμικές ενορχηστρώσεις ή διασκευάζει με μία ακουστική κιθάρα ή ένα πιάνο και μία φυσαρμόνικα τραγούδια του Bob Dylan. Και οι λέξεις πάλι γίνονται περιττές και πεπερασμένες…

Δεν μπορείς να φανταστείς τον Bryan Ferry να κάνει εντελώς συμβατικά πράγματα στη ζωή του – π.χ δεν μπορείς να τον φανταστείς να πίνει μπίρα, παρά μόνον να παραγγέλνει κονιάκ και μετά, πιθανότατα, ενοχλημένος να το επιστρέφει πίσω επειδή δεν είναι παλαιωμένο και δεν προέρχεται από συγκεκριμένη επαρχία της Γαλλίας ή δεν σερβιρίστηκε στο κατάλληλο ποτήρι. Δεν θα μπορούσες επίσης να τον φανταστείς να κυκλοφορεί στο δρόμο πρόχειρα ντυμένος ή αχτένιστος. Καθόλου τυχαία είναι και από τους λίγους που μπορεί να εμφανιστεί στο συγκεκριμένο θέατρο και να μην τον καταπιεί το επιβλητικό σκηνικό – κι ας παραδέχτηκε χθες ότι «συγχωρέστε μας, είμαστε συνεπαρμένοι από αυτό το πανέμορφο μέρος».

Ψηλός, αδύνατος και υποδειγματικά επαγγελματίας (δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που δεν ένιωσε ότι το κόστος του εισιτηρίου άξιζε στο ακέραιο), μίλησε λίγο ανάμεσα στα τραγούδια, μοίρασε φιλιά σε όλους χωρίς να γίνει γραφικός ή άχαρος, έκανε την έκπληξη παίζοντας το «In Every Dream Home A Heartache», ένα τραγούδι του 1973 που μιλάει για έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη ο οποίος κάνει ερωτική εξομολόγηση σε μία… φουσκωτή κούκλα (η σύνοψη το αδικεί: πρέπει να το ακούσετε δίνοντας προσοχή στους στίχους για να το εκτιμήσετε και να… ανατριχιάσετε), εμφανίστηκε άψογα διαβασμένος, αφού ξεκίνησε και έκλεισε με τα απόλυτα greek hits της καριέρας του και χάθηκε έπειτα από το προβλεπόμενο encore στο διάδρομο προς τα καμαρίνια, αφήνοντας το κοινό να χειροκροτεί και τη… φωνή του από τα ηχεία να διασκευάζει το 80s σουξέ του Robert Palmer, «Johnny & Mary».

Και όλα αυτά, χωρίς να ξεκουμπώσει ούτε δευτερόλεπτο το σακάκι του…

Σπήλιος Λαμπρόπουλος
Εμπορικός διευθυντής προϊόντων ψυχαγωγίας Public

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 

Σχετικές αναρτήσεις

    Copyright © 2018 Publicworld S.A.
    Public Blog