Χωρίς μολύβι και χαρτί: Οργανωμένο Back to School με τις συμβουλές της Τερέζας Μπάουμ

Περίληψη: Η διακεκριμένη εκπαιδευτικός και συγγραφέας μιλάει στο Public Blog και μας δείχνει πώς να κάνουμε Back to School με το σωστό τρόπο.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, το μυαλό των γονιών αρχίζει να στρέφεται στην επιστροφή των παιδιών στις τάξεις. Το τέλος των διακοπών βρίσκει τους γονείς να οργανώνουν την αγορά των σχολικών, τις δραστηριότητές τους, τα ξενόγλωσσα μαθήματα και όλα τα παρεμφερή. Συνάμα καλούνται να διαχειριστούν και τη δυσκολία της προσαρμογής στους ρυθμούς της καθημερινότητας. Αν είναι μία φορά δύσκολο για εμάς τους μεγάλους σκέψου πώς νιώθουν τα παιδιά που ζουν και αναπνέουν για τη χαρά του παιχνιδιού και της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς. Αποτέλεσμα; Άγχος, στρες και κούραση για όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι όμως αυτή η σωστή πεπατημένη;

Parenting made easy: Οι γονείς έχουν πλέον τον οδηγό τους

Στη σημερινή αλγοριθμικά προσαρμοσμένη πραγματικότητα, εκατοντάδες είναι καθημερινά οι ειδικοί του διαδικτύου που δίνουν τις δικές τους απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν τους γονείς. Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα πληροφοριών, οι πραγματικοί ειδικοί στο χώρο της παιδαγωγικής και της παιδοψυχολογίας προβάλλουν μια διαφορετική πλευρά της γονεϊκότητας. Μακριά από shorts, γενικολογίες και τετριμμένα κλισέ, αναλύουν μεθοδικά όσα χρειάζεται να γνωρίζει ο γονιός. Πού; Στις σελίδες των βιβλίων. Η Τερέζα Μπάουμ και η Παναγιώτα Δεληγιάννη διαθέτουν μακρά πείρα στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών με έμφαση στις ιδιαίτερες απαιτήσεις των πρώτων σχολικών τάξεων. Τα δύο βιβλία που υπογράφουν μαζί έρχονται να προσφέρουν χρήσιμα πρακτικά εργαλεία που ανταποκρίνονται τόσο στις ανάγκες των παιδιών όσο και στις ανάγκες των ίδιων των γονιών.

Στο «Προετοιμάζοντας το παιδί μου για το Δημοτικό χωρίς μολύβι και χαρτί», οι δύο συγγραφείς δείχνουν τα σωστά βήματα για τη μεγάλη μετάβαση των παιδιών στο σχολείο. Μέσα από το παιχνίδι, και φιλικές προς το παιδί δραστηριότητες οι γονείς μπορούν να καλλιεργήσουν χωρίς πίεση την αυτονομία, τη συνεργασία, τη συναισθηματική ωριμότητα και τις γνωστικές δεξιότητές τους. Από την άλλη, το «Διαβάζοντας με το παιδί μου στο σπίτι - Οδηγός για την καθημερινή μελέτη» απαντά σ' ένα από τα μεγαλύτερα άγχη των γονιών: Πώς δηλαδή μπορεί να οργανωθεί η σχολική μελέτη στο σπίτι χωρίς εντάσεις. Με πρακτικές συμβουλές για τη δημιουργία σωστής ρουτίνας και την ουσιαστική υποστήριξη των πρώτων μαθησιακών απαιτήσεων στην Α' Δημοτικού, το βιβλίο δείχνει το δρόμο για τη δημιουργία μιας ήρεμης οικογενειακής καθημερινότητας όσο και μιας δυνατής σχέσης ανάμεσα στους γονείς και το παιδί.

Q&A με την Τερέζα Μπάουμ

back-to-school-2026-theresa-baum-01

Με αφορμή την επικείμενη επιστροφή των παιδιών στις τάξεις, η Τερέζα Μπάουμ μίλησε στο Public Blog για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν από κοινού σήμερα παιδιά και γονείς αλλά και για το πώς μπορούν οι γονείς να δημιουργήσουν υγιή ρουτίνα για τους ίδιους και τα παιδιά.

Για πολλές οικογένειες η επιστροφή των παιδιών στις σχολικές αίθουσες συνοδεύεται συχνά από άγχος. Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για την καλύτερη διαχείρισή του;

Η επιστροφή στο σχολείο είναι μια μετάβαση που αφορά ολόκληρη την οικογένεια και, όπως κάθε μετάβαση, χρειάζεται χρόνο και προετοιμασία. Θα συμβούλευα, λοιπόν, τους γονείς να μην αφήσουν αυτήν την αλλαγή για την τελευταία στιγμή. Είναι σημαντικό η οικογένεια να επιστρέψει από τις διακοπές λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του σχολείου, ώστε να υπάρχει χρόνος να ξαναβρεί σταδιακά τους ρυθμούς της.

Η προετοιμασία μπορεί μάλιστα να γίνει μια όμορφη οικογενειακή διαδικασία: να τακτοποιήσουν μαζί το δωμάτιο, να μαζευτούν παιχνίδια που είχαν την τιμητική τους κατά τη διάρκεια του καλοκαιρού και να προετοιμαστεί ο χώρος μελέτης. Επίσης, να αγοράσουν τα σχολικά είδη και να αρχίσουν σιγά σιγά να επαναφέρουν τις ώρες ύπνου, φαγητού και τις καθημερινές ρουτίνες. Όλα αυτά στέλνουν στο παιδί το μήνυμα ότι η αλλαγή που έρχεται είναι φυσική, αναμενόμενη και διαχειρίσιμη.

Εξίσου σημαντική, όμως, είναι η στάση των ίδιων των γονιών. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολύ εύκολα το δικό μας άγχος. Αν εμείς ανησυχούμε για τον νέο δάσκαλο, τις απαιτήσεις της επόμενης τάξης, τα μαθήματα ή τις επιδόσεις, υπάρχει κίνδυνος να μεταφέρουμε, χωρίς να το θέλουμε, αυτές τις ανησυχίες στο παιδί. Χρειάζεται ψυχραιμία και κυρίως διάθεση να ακούσουμε.

Αν το παιδί εκφράζει φόβους ή προβληματισμούς, δεν χρειάζεται ούτε να τους υποτιμήσουμε ούτε να προσπαθήσουμε αμέσως να τους εξαφανίσουμε. Χρειάζεται να του δώσουμε χώρο να μιλήσει: Τι είναι αυτό που το ανησυχεί; Η καινούργια τάξη; Οι αυξημένες απαιτήσεις; Οι φίλοι του; Ο νέος εκπαιδευτικός; Ακόμα και ένας φόβος που σε έναν ενήλικα φαίνεται μικρός, για ένα παιδί μπορεί να είναι πολύ σημαντικός.

Και ίσως το πιο πολύτιμο μήνυμα που μπορούμε να του δώσουμε είναι απλό: «Σε εμπιστεύομαι. Πιστεύω ότι μπορείς να τα καταφέρεις και, αν κάπου δυσκολευτείς, είμαι εδώ για σένα». Όχι: «φέτος τα πράγματα δυσκολεύουν», «τώρα πρέπει να σοβαρευτείς» ή «θα έχεις πολύ περισσότερο διάβασμα». Το σχολείο δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται ως μια δοκιμασία που περιμένει το παιδί, αλλά ως ένας χώρος στον οποίο θα μάθει, θα προσπαθήσει, θα κάνει λάθη, θα δημιουργήσει σχέσεις και θα εξελιχθεί.

Στόχος μας δεν είναι να υποσχεθούμε στο παιδί ότι όλα θα είναι εύκολα. Ίσως και να μην είναι. Αυτό που χρειάζεται είναι να του μεταδώσουμε τη σιγουριά ότι, ακόμα κι όταν κάτι είναι δύσκολο, έχει τις ικανότητες και την υποστήριξη που χρειάζεται για να το αντιμετωπίσει.

«Βαριέμαι». Μια λέξη που στην εποχή μας έχει σχεδόν δαιμονοποιηθεί. Ποια συναισθήματα προσπαθεί να εκφράσει ένα παιδί επιλέγοντας αυτή τη λέξη;

Το πρώτο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να απενοχοποιήσουμε τη λέξη «βαριέμαι». Δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό και, κυρίως, δεν είναι μια κατάσταση από την οποία πρέπει κάθε φορά να «σώζουμε» το παιδί. Σε μια καθημερινότητα γεμάτη σχολείο, δραστηριότητες, υποχρεώσεις, οθόνες και συνεχή ερεθίσματα, ο χρόνος στον οποίο ένα παιδί δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να κάνει μπορεί να είναι πραγματικά πολύτιμος.

Είναι μια ευκαιρία να μείνει λίγο με τον εαυτό του. Να ακούσει τις ανάγκες του, να αφήσει το μυαλό του να περιπλανηθεί, να επεξεργαστεί όλα όσα έζησε μέσα στην ημέρα. Να αναρωτηθεί τι θέλει να κάνει, αντί να του προσφέρεται συνεχώς μια έτοιμη δραστηριότητα. Μέσα σε αυτό το «κενό» συχνά γεννιούνται η φαντασία, το αυθόρμητο παιχνίδι, η δημιουργικότητα αλλά και η σταδιακή ικανότητα του παιδιού να οργανώνει τον χρόνο του.

Χρειάζεται, όμως, να απενοχοποιηθούμε και ως γονείς. Δεν είμαστε υπεύθυνοι να γεμίζουμε κάθε λεπτό του ελεύθερου χρόνου των παιδιών μας ούτε να έχουμε πάντοτε έτοιμη μια πρόταση στο «βαριέμαι». Μερικές φορές μπορούμε απλώς να τους επιτρέψουμε να βαρεθούν. Να αντέξουμε κι εμείς αυτή τη μικρή αμηχανία χωρίς να σπεύσουμε να προτείνουμε μια δραστηριότητα ή –όπως συμβαίνει πολύ εύκολα σήμερα– μια οθόνη.

Από την άλλη πλευρά, αξίζει να αναρωτηθούμε τι πραγματικά μας λέει το παιδί όταν χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη και ιδιαίτερα όταν τη χρησιμοποιεί όταν πρέπει να κάνει τις εργασίες του σχολείου. Πίσω από το «βαριέμαι» μπορεί να κρύβονται πολλά διαφορετικά μηνύματα. Μπορεί να σημαίνει «κουράστηκα», «αυτό μου φαίνεται δύσκολο», «δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω», «φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω», «χρειάζομαι βοήθεια». Και κάποιες φορές μπορεί πολύ απλά να σημαίνει: «Θέλω λίγο χρόνο μαζί σου».

Εκεί βρίσκεται, νομίζω, η ουσία. Δεν χρειάζεται ούτε να δαιμονοποιούμε τη βαρεμάρα ούτε να τη θεωρούμε πάντα ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Χρειάζεται να μάθουμε να ακούμε τι υπάρχει πίσω από τη λέξη. Ίσως, αντί για «Μα πώς βαριέσαι; Έχεις τόσα πράγματα να κάνεις!», να ρωτήσουμε: «Όταν λες ότι βαριέσαι, τι θα ήθελες πραγματικά αυτή τη στιγμή;» και η απάντηση του παιδιού μας θα μας βοηθήσει να το γνωρίσουμε καλύτερα, και το παιδί τον εαυτό του.

Κάποιες φορές η απάντηση θα είναι «δεν ξέρω». Και αυτό είναι απολύτως εντάξει. Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή της παιδικής ηλικίας να είναι γεμάτη. Μερικές φορές, μέσα σε αυτό το «δεν έχω τι να κάνω», το παιδί έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει μόνο του τι χρειάζεται, τι το ενδιαφέρει και τι το ευχαριστεί.

back-to-school-2026-theresa-baum-02

Σχολικά, φροντιστήρια, δραστηριότητες. Άραγε επιβαρύνεται και ο ίδιος ο γονιός από τους φρενήρεις ρυθμούς με τους οποίους αρχίζει κάθε σχολική χρονιά;

Και βέβαια επιβαρύνεται και ο γονέας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι όταν το πρόγραμμα ενός παιδιού είναι υπερφορτωμένο, συνήθως υπερφορτωμένο γίνεται και το πρόγραμμα ολόκληρης της οικογένειας.

Ο γονέας είναι εκείνος που, τις περισσότερες φορές, καλείται να οργανώσει την καθημερινότητα, να συντονίσει σχολείο, φροντιστήρια και εξωσχολικές δραστηριότητες, να μεταφέρει το παιδί από το ένα μέρος στο άλλο και, στο τέλος μιας ήδη απαιτητικής ημέρας, να είναι διαθέσιμος για να το στηρίξει και στη μελέτη του. Και εκεί συχνά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το παιδί επιστρέφει κουρασμένο και δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, η μελέτη διαρκεί περισσότερο, ο γονέας κουράζεται και αγχώνεται και μια διαδικασία που θα μπορούσε να είναι ήρεμη μετατρέπεται εύκολα σε πηγή έντασης.

Όπως στα περισσότερα πράγματα, πιστεύω πολύ στο μέτρο. Τα παιδιά συχνά θέλουν να κάνουν πολλά. Μπορεί πραγματικά να αγαπούν διαφορετικές δραστηριότητες ή να θέλουν να ξεκινήσουν κάτι επειδή το κάνουν οι φίλοι τους. Είναι απολύτως φυσικό. Ο ενήλικας, όμως, είναι εκείνος που χρειάζεται να δει τη συνολική εικόνα και, όταν χρειάζεται, να βάλει το όριο.

Γιατί όταν οργανώνουμε το πρόγραμμα ενός παιδιού, δεν πρέπει να υπολογίζουμε μόνο πόσες δραστηριότητες «χωράνε» μέσα στην εβδομάδα. Χρειάζεται να αφήνουμε χώρο για ξεκούραση, για ελεύθερο παιχνίδι, για μια ήρεμη μελέτη, για χρόνο με την οικογένεια, ακόμα και για εκείνο το «δεν κάνω τίποτα» που είναι τόσο απαραίτητο.

Και το ίδιο ισχύει για τον γονέα. Ένας γονέας που τρέχει καθημερινά από υποχρέωση σε υποχρέωση δεν μπορεί να είναι διαρκώς ήρεμος, διαθέσιμος και υπομονετικός. Η ξεκούραση, λοιπόν, δεν είναι πολυτέλεια ούτε για το παιδί ούτε για τον ενήλικα. Είναι προϋπόθεση για μια πιο ισορροπημένη καθημερινότητα και, τελικά, για καλύτερες σχέσεις μέσα στην οικογένεια.

Ίσως, λοιπόν, στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς, αντί να αναρωτιόμαστε μόνο «Τι άλλο μπορούμε να χωρέσουμε στο πρόγραμμα;», αξίζει να αναρωτηθούμε και «Πόσο χρόνο έχουμε αφήσει για να είμαστε απλώς μαζί;»

Σε συνέντευξή σας έχετε πει πως το παιχνίδι είναι «η φύση του παιδιού». Ποια είναι η αξία του παιχνιδιού σήμερα και ποιο ρόλο διαδραματίζει στη σωματική και ψυχική ανάπτυξη του παιδιού;

Το παιχνίδι είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της παιδικής ηλικίας. Είναι η φυσική γλώσσα του παιδιού, ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζει τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Εμείς οι ενήλικες έχουμε, δυστυχώς, χάσει σε μεγάλο βαθμό αυτήν τη χαρά. Όσο μεγαλώνουμε, αφήνουμε τις υποχρεώσεις να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο στη ζωή μας και συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, κάνουμε το ίδιο και στη ζωή των παιδιών μας: θυσιάζουμε το παιχνίδι για κάτι που θεωρούμε πιο «χρήσιμο».

Κι όμως, την ώρα που ένα παιδί παίζει, συμβαίνουν εξαιρετικά σημαντικά πράγματα. Μαθαίνει χωρίς να αισθάνεται ότι μαθαίνει. Πειραματίζεται, δοκιμάζει, αποτυγχάνει και ξαναπροσπαθεί. Αναπτύσσει τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του, μαθαίνει να λύνει προβλήματα και να παίρνει αποφάσεις. Όταν παίζει με άλλα παιδιά, μαθαίνει να συνεργάζεται, να περιμένει, να διεκδικεί, να διαπραγματεύεται, να χάνει, να κερδίζει και να διαχειρίζεται τις μικρές συγκρούσεις που αναπόφευκτα προκύπτουν.

Το παιχνίδι, όμως, δεν υπηρετεί μόνο τη μάθηση. Έχει τεράστια σημασία και για την ψυχική υγεία του παιδιού. Μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, για παράδειγμα, τα παιδιά συχνά αναβιώνουν καταστάσεις που έχουν βιώσει, τους δίνουν διαφορετική εξέλιξη, εκφράζουν φόβους και επιθυμίες, και επεξεργάζονται συναισθήματα που ίσως ακόμη δεν μπορούν να περιγράψουν με λόγια. Με αυτόν τον τρόπο κατανοούν καλύτερα την πραγματικότητα αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Και βέβαια υπάρχει το σωματικό παιχνίδι: το τρέξιμο, το κυνηγητό, το σκαρφάλωμα, η μπάλα, το ποδήλατο. Το σώμα του παιδιού έχει ανάγκη να κινείται. Μέσα από την κίνηση αναπτύσσονται δεξιότητες, εκτονώνεται η ένταση και το παιδί βιώνει τη χαρά και την ελευθερία που τόσο έχει ανάγκη.

Γι’ αυτό και με προβληματίζει όταν το παιχνίδι αντιμετωπίζεται ως ο χρόνος που «περισσεύει» αφού ολοκληρωθούν όλα τα υπόλοιπα. Το παιχνίδι δεν είναι ανταμοιβή μετά τη μελέτη ούτε κενός χρόνος ανάμεσα σε δύο δραστηριότητες. Είναι βασική ανάγκη της παιδικής ηλικίας.

Ως εκπαιδευτικός, μάλιστα, αν μου έλεγαν ότι πρέπει να επιλέξω για ένα παιδί ανάμεσα σε μία επιπλέον ώρα Μαθηματικών και σε μία ώρα ελεύθερου παιχνιδιού, θα επέλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη το παιχνίδι. Όχι επειδή υποτιμώ τη γνώση — κάθε άλλο. Αλλά επειδή μέσα από το παιχνίδι καλλιεργούνται δεξιότητες και ψυχικά εφόδια πάνω στα οποία θα στηριχθεί και η ίδια η μάθηση.

Ίσως, λοιπόν, το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε ως γονείς δεν είναι να μάθουμε στα παιδιά πώς να παίζουν. Είναι να προστατεύσουμε τον χρόνο και τον χώρο τους, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να το κάνουν.

Η σχολική χρονιά ξεκινά και φέτος με Public

Μετράμε πλέον αντίστροφα για το πρώτο κουδούνι. Πράγμα που σημαίνει πως όποια και αν είναι η νέα τάξη του μικρού χρειάζεται τα σχολικά του. Από παιχνιδιάρικες τσάντες και είδη γραφικής ύλης μέχρι λιτά backpacks και laptops για τους μεγαλύτερους μαθητές, η σωστή προετοιμασία και η καλή οργάνωση είναι το πρώτο βήμα για μια σχολική χρονιά χωρίς άγχος και πίεση.